δυνατός


δυνατός
δυνατός, ή, όν 1. (о лицах) мощный, могучий; 2. (о вещах) возможный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δυνατός" в других словарях:

  • δυνατός — strong masc nom sg δυνατός strong masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυνατός — ή, ό (AM δυνατός, ή, όν Μ και δυνατός, όν) [δύναμη] 1. αυτός που έχει δύναμη, ισχυρός 2. ανθεκτικός, στερεός («δυνατό προτείχισμα, κάστρο κ.λπ.») 3. ικανός, με αξιόλογες δυνατότητες («δυνατός γιατρός») 4. αυτός που μπορεί ή ενδέχεται να γίνει,… …   Dictionary of Greek

  • δυνατός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που έχει δύναμη, ισχυρός, ρωμαλέος: Είναι δυνατός άντρας. 2. στερεός, ανθεκτικός, γερός: Έχει δυνατό οργανισμό. 3. αυτός που μπορεί να πραγματοποιηθεί: Δεν είναι δυνατός ένας συμβιβασμός ανάμεσά τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δυνατός — [динатос] εκ. сильный, крепкий, здоровый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δυνατώτερον — δυνατός strong adverbial comp δυνατός strong masc acc comp sg δυνατός strong neut nom/voc/acc comp sg δυνατός strong masc acc comp sg δυνατός strong neut nom/voc/acc comp sg δυνατός strong adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυνατωτάτων — δυνατός strong fem gen superl pl δυνατός strong masc/neut gen superl pl δυνατός strong fem gen superl pl δυνατός strong masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυνατωτέραις — δυνατός strong fem dat comp pl δυνατωτέρᾱͅς , δυνατός strong fem dat comp pl (attic) δυνατός strong fem dat comp pl δυνατωτέρᾱͅς , δυνατός strong fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυνατωτέρων — δυνατός strong fem gen comp pl δυνατός strong masc/neut gen comp pl δυνατός strong fem gen comp pl δυνατός strong masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυνατά — δυνατός strong neut nom/voc/acc pl δυνατά̱ , δυνατός strong fem nom/voc/acc dual δυνατά̱ , δυνατός strong fem nom/voc sg (doric aeolic) δυνατός strong neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυνατόν — δυνατός strong masc acc sg δυνατός strong neut nom/voc/acc sg δυνατός strong masc/fem acc sg δυνατός strong neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυνατώτατα — δυνατός strong adverbial superl δυνατός strong neut nom/voc/acc superl pl δυνατός strong adverbial superl δυνατός strong neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)